Charles Goren


Το όνομα του Charles Goren (1901-1991), γνωστού και ως "Mr. Bridge", είναι συνδεδεμένο με το παιχνίδι όσο κανενός άλλου από τον χώρο του μπριτζ. Σαν προστατευόμενος του Milton Work, ο Goren υιοθέτησε την μέθοδο του συστήματος των πόντων που είχε κάνει γνωστή ο τελευταίος (βασιζόμενος στην ιδέα του Bryant McCampbell, ενός άλλου σπουδαίου παίκτη του Auction Bridge) και δημοσίευσε το σύστημα 4-3-2-1, το οποίο παρόλο που τώρα θεωρείται ως  δεδομένο, τότε προκάλεσε πραγματική επανάσταση στον χώρο του μπριτζ. Η καινούρια ιδέα ακολουθήθηκε σχεδόν αυτόματα από εκατομμύρια παικτών παγκοσμίως. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, η εκτίμηση των χεριών σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε θέσει ο Culbetson, o οποίος στηριζόταν στις λεβέ από ονέρ (honor-trick), και η οποία κυριαρχούσε τις δεκαετίες '30 και '40, αντικαταστάθηκε από το νέο σύστημα των πόντων, το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται σχεδόν αυτούσιο, ως και σήμερα.


Τα δύο best sellers του, το "Contract Brigde Complete" και το "Point Count Bidding", έκαναν τις μεθόδους του (το σύνολο των οποίων είναι γνωστό και ως "Standard American") το πιο δημοφιλές σύστημα αγορών στην ιστορία του παιχνιδιού. Εκτιμάται ότι τα βιβλία του πούλησαν συνολικά περισσότερα από 10 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες.Τα ταλέντα του Goren δεν περιορίζονταν μόνο στην συγγραφή και στα μαθήματα. Υπήρξε επίσης ο οικοδεσπότης μίας τηλεοπτικής εκπομπής, με πολύ μεγάλη θεαματικότητα, κατά την περίοδο '59-'64.


Σαν παίκτης είχε καταρρίψει κάθε ρεκόρ νικών, με πάρα πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, κυρίως σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ανάμεσα σε άλλα, στα τρόπαια του συγκαταλέγεται και το χρυσό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 1950, κατά την πρώτη διοργάνωση του Bermuda Bowl. Το όνομα του έγινε συνώνυμο του μπριτζ για εκατομμύρια παικτών. Η σπουδαιότητα της φυσιογνωμίας του στο παγκόσμιο στερέωμα αναγνωρίστηκε και από τους μη γνώστες του παιχνιδιού, όταν έγινε εμφανίστηκε στο εξώφυλλο των Times, τον Σεπτέμβριο του 1958.

 

 

Edgar Kaplan

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα άτομο που να έχει ασχοληθεί με όλες τις πτυχές του μπριτζ, αναμφισβήτητα τις περισσότερες ψήφους θα τις ελάμβανε ο Edgar Kaplan. Κατά τη διάρκεια της 60χρονης ενασχόλησής του με το μπριτζ, υπήρξε δάσκαλος, συγγραφέας, αρχισυντάκτης, διαχειριστής, πρωταθλητής, θεωρητικός, σχολιαστής VuGraph, αρχηγός αποστολών και προπονητής, ενώ παράλληλα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του Διεθνή Κώδικα Αγωνιστικού Μπριτζ.

Ο Edgar γεννήθηκε στο Μανχάταν των ΗΠΑ στις 18 Απριλίου 1925 και, με εξαίρεση τις σπουδές του στο κολλέγιο και τη στρατιωτική του θητεία κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, παρέμεινε εκεί καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Οι λαμπρές του επιδόσεις στο μπριτζ ξεκίνησαν με την κατάκτηση του Vanderbilt Trophy το 1953. Ο Edgar κατέκτησε συνολικά (μεταξύ άλλων) 25 North American Bridge Championships, ενώ έπαιξε και δύο φορές στους τελικούς του Bermuda Bowl το 1967 και στην Ολυμπιάδα του μπριτζ το 1968.Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 υπήρξε αρθρογράφος στο περιοδικό The Bridge World, όπου έκανε κυρίως ρεπορτάζ αγώνων. Συχνά όμως αναφερόταν και σε θέματα Νόμων αλλά και συμπεριφοράς και ηθικής, σε ότι έχει σχέση με την επικοινωνία των συμπαικτών επάνω στο τραπέζι. Σχετικά με τον τρόπο γραφής των άρθρων, ο Kaplan άλλαξε το status quo, καθότι μέχρι εκείνη την περίοδο οι υπόλοιποι αρθρογράφοι ανέφεραν μόνο τις «καλές» στιγμές των παικτών, προσέχοντας να μην γράφουν για τις «πατάτες». Ο Kaplan αντίθετα καυτηρίαζε συχνά τα λάθη και δεν είχε κανένα πρόβλημα να γράψει και το όνομα του παίκτη που τα έκανε – εξάλλου συχνά έγραφε και για τα δικά του λάθη που έκανε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Το 1966 αγόρασε το περιοδικό The Bridge World από την McCall Corporation και παρέμεινε αρχισυντάκτης μέχρι το θάνατό του από καρκίνο στις 7 Σεπτεμβρίου του 1997.

Ως θεωρητικός ανέπτυξε μαζί με τον Sheinwold το αγοραστικό σύστημα Kaplan-Sheinwold, στις αρχές του οποίου έχει βασιστεί το Standard American, ενώ, ας διαχειριστής, υπήρξε πρόεδρος της Greater New York Bridge Association και φρόντισε να θεσπιστούν αρχές στο μπριτζ που αφορούσαν την ηθική, όπως το να αγοράζουν οι παίκτες με tempo. Από εκείνη τη θέση κατόρθωσε με επιτυχία να γεφυρώσει το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στα παλαιότερα μέλη (που θεωρούσαν για παράδειγμα τις αγορές με tempo αδιανόητες) και τα νεότερα (που ήθελαν οι παραβιάσεις αυτές να καταγράφονται στα ιστορικά των παικτών). Τελικά η ίδια η ACBL υιοθέτησε τις απόψεις του Kaplan στα θέματα των ηθικών αρχών.

Άλλα σημαντικά γεγονότα της καριέρας του ήταν η συμμετοχή του σε πολλούς τοπικούς, εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς, που σχετίζονταν με την προσπάθεια της διάδοσης του «ηθικού μπριτζ» και τη θέσπιση των νόμων. Η αναγνωριστική του ιδιότητα όμως ήταν αυτή του σχολιαστή στο VuGraph, όπου, με έξυπνο (αλλά ποτέ προσβλητικό) τρόπο, περιέγραφε τα γεγονότα και – ενίοτε – τα λάθη των παικτών που συμμετείχαν στους αγώνες.  Μερικές από τις γνωστότερες ατάκες του κατά τη διάρκεια των σχολιασμών είναι:

  • Νομίζω ότι θα συνεχίσει να τους κοντράρει μέχρι να τους βάλει μέσα.
  •  Έχετε παρατηρήσει ότι ο Chagas έχει τη δυνατότητα να κερδίζει μεγάλο αριθμό λεβέ; Είναι μια πολύ χρήσιμη ιδιότητα για ένα μπριτζέρ.
  •  «No double, no trouble».
  • Είτε θα αγοράσει είτε δε θα αγοράσει. Νομίζω αυτό καλύπτει όλες τις περιπτώσεις.
  • Κάποιοι σούπερ-μοντέρνοι παίκτες βγαίνουν τη Ντάμα από Ντάμα-Βαλέ. Το αποκαλούν “αντίστροφη Rusinow ’’.
  •   Η αγορά του Νότου υποδηλώνει: έχω 4 πίκες, 4 κούπες 6 σπαθιά και τα υπόλοιπα είναι καρά.
  •  Για να μάθεις τους αντιπάλους να μη σου κάνουν αγορές φραγμού, πρέπει, όχι μόνο να τους κοντράρεις, αλλά και να τους βάζεις μέσα.
  •  Είναι κακό όταν τα ατού είναι 4-1, αλλά, όταν το σόλο κόβει πρόκειται για λοιδωρία.
  •  Στο κλειστό δωμάτιο κοντράρουν τα πάντα, εκτός από τα συμβόλαια που μπαίνουν μέσα.
  •  Το κομπιούτερ μόλις έκανε ψυχίκ. Αυτό αποδεικνύει ότι δε μπορεί κανείς να εμπιστευτεί στις μέρες μας τις μηχανές.
  •  Ο εκτελεστής βγήκε τον άσο ατού και κράτησε. Τώρα πρέπει να αναθεωρήσει τις επιλογές του.
  •   Ξέρω ανθρώπους που θα έμπαιναν μέσα σε αυτό το συμβόλαιο, αλλά δεν είναι κανένας απ” αυτούς εδώ.
  •  Για να πατσίσει το αποτέλεσμα με το άλλο δωμάτιο, πρέπει να βγάλει 16 άνω.
  • Φαίνεται λίγο σκληρό να καθόμαστε εδώ και να κριτικάρουμε έναν άνθρωπο που μόλις εισέπραξε 1100.
  • Οι μόνοι Αμερικανοί παίκτες που μπορούν να αγοράσουν σλεμ με τέτοιο χέρι βρίσκονται στην εξέδρα, οπότε μην ανησυχείτε!!
  •  Το άνοιγμα 2♠ (weak) του Meckstroth (γνωστού για το επιθετικό του παιχνίδι) είναι καλύτερο από ότι συνήθως: έχει δύο πλευρικούς ρηγάδες και επιπλέον ένα πέμπτο και ένα έκτο φύλλο στις πίκες.
  •  Μια τέτοια παρεμβολή από τη Δύση μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετική ιδέα ή εντελώς ηλίθια. Εξαρτάται μόνο από το αν θα βρουν τρόπο να την κοντράρουν οι αντίπαλοι!!!

 

Ely Culbertson

Η προσωπικότητα του Ely Culbertson (1891-1955) κυριάρχησε στον χώρο του μπριτζ τις δεκαετίες ’30 και ’40. Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην διάδοση του και πολλοί αναφερόνταν στο άτομό του ως τον άνθρωπο που δημιούργησε το Contract Bridge. Πέρα από το αδιαμφισβήτητο επιχειρηματικό του ταλέντο, ήταν κατά βάση ένας showman που έγινε εκατομμυριούχος, ένα χαρισματικό άτομο με κύριο χαρακτηριστικό του την υπερβολή, που έχασε και κέρδισε περιουσίες πολλές φορές κατά την διάρκεια της καριέρας του.

Γεννήθηκε στην Ρουμανία από Αμερικανό πατέρα και Ρωσίδα μητέρα. Σπούδασε στην Σορβόννη και στο πανεπιστήμιο της Γενεύης. Η γλωσσομάθεια του ήταν παροιμιώδης: γνώριζε άριστα Ρωσικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά και Τσεχικά, και επιπλέον είχε γνώση 7 άλλων γλωσσών, ανάμεσά τους και αρχαία Ελληνικά. Η θρυλική πολυμάθεια του, για την οποία πολλοί τον θαύμαζαν, ήταν έμφυτη: είχε γεννηθεί αυτοδίδακτος και τα βράδια δεν κοιμόταν αν πριν δεν είχε διαβάσει οτιδήποτε θα εμπλούτιζε τις γνώσεις. Το 1923 παντρεύεται την Joshephine, μία επιτυχημένη δασκάλα και παίκτρια του Auction Bridge, το οποίο και έγινε η βασική τους ασχολία. Όταν σταδιακά άρχισε να εξαπλώνεται η νέα παραλλαγή του παιχνιδιού, το ζευγάρι είδε μία δυνατότητα να αναδειχθεί. Ο Culbertson άρχισε να προβάλλει τον εαυτό του ως αυθεντία, γεγονός που δεν απείχε από την πραγματικότητα καθώς διέπρεπε σε όλους τους τομείς, είτε παικτικά, είτε οργανωτικά και συνέβαλε τα μέγιστα στην διάδοση του παιχνιδιού την πρώτη δεκαετία από την στιγμή που εμφανίστηκε.

Ο Culbertson  ήταν ιδιοφυΐα στον τομέα της δημοσιότητας. Προέβαλε με κάθε τρόπο, σε όλα τα μέσα της εποχής του (εφημερίδες, ραδιόφωνο και κινηματογράφο) τα νικηφόρα αποτελέσματα της ομάδας του, η οποία έδωσε μία σειρά αγώνων σε Αμερική και Αγγλία και κέρδισε σε όλους, αιτιολογώντας την υπεροχή της ως αποτέλεσμα του αρτιότερου αγοραστικού της συστήματος. Στην πραγματικότητα, τα μέλη της ομάδας υπερτερούσαν παικτικά έναντι των υπολοίπων και σύμφωνα με μεταγενέστερες δηλώσεις τους, τα αποτελέσματα θα ήταν τα ίδια με οποιοδήποτε αγοραστικό σύστημα και αν παίζανε.

Ίδρυσε το περιοδικό The Bridge World, το οποίο συνεχίζει να εκδίδεται μέχρι και τώρα και έγραψε πλήθος άρθρων και βιβλίων σχετικών με το άθλημα. Ήταν ιδιοκτήτης της πρώτης κατασκευαστικής εταιρίας παιγνιόχαρτων φτιαγμένων από πλαστικό καθώς και μίας αλυσίδας σχολών όπου διδασκόταν το αγοραστικό του σύστημα από εξειδικευμένους δασκάλους. Αν και συνέχισε να παίζει ελεύθερη παρτίδα για πολλά χρόνια, είχε εγκαταλείψει το αγωνιστικό μπριτζ από το 1938, όταν θέλησε να αφοσιωθεί απερίσπαστα στις εργασίες του για την παγκόσμια ειρήνη, καθώς ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών.

Η δεκαετία 1929-1939 ήταν η εποχή των μπριτζιστικών μονομαχιών. Κάθε ομάδα που προσπαθούσε να αναδειχθεί στον χώρο, προκαλούσε κάποια άλλη με έπαθλο την αναγνωρισιμότητα και την υπεροχή στο στερέωμα του μπριτζ. Η πιο διάσημη αναμέτρηση ήταν αυτή μεταξύ Ely Culbertson και Sidney Lenz, η οποία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη τον χειμώνα του 1931 και έμεινε γνωστή ως «Η Μπριτζιστική Μάχη του Αιώνα». Οι ιδέες του Culbertson όπως τις περιέγραφε στο best-seller του Blue Book είχαν επικρατήσει μεν στη Βόρια Αμερική αλλά δεν είχαν μόνο υποστηρικτές. Οι παίκτες της αντίθετης σχολής οργανώθηκαν με τον όνομα Bridge Headquarters και εξέδωσαν το δικό τους Επίσημο Σύστημα. Καθώς ο κόσμος είχε χωριστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και οι δηλώσεις από μόνες τους δεν ήταν αρκετές ώστε να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης μεριάς, αποφασίστηκε τελικά να δοθεί ένα ματς ώστε να φανεί ποια σχολή υπερτερούσε. Ο Culbertson θα έπαιζε κυρίως με την Joshephine (την οποία οι ιστορικοί του χώρου θεωρούσαν την δυνατότερη παίκτρια από τους δύο) ενώ οι Sidney Lenz και Oswald Jacoby θα αντιπροσώπευαν το βασικό αντίπαλο ζευγάρι.

Ο αγώνας αποτελείτο από περισσότερες από 150 παρτίδες και διεξάχθηκε με όλους τους προβολείς της δημοσιότητας στραμμένους επάνω του. Το ματς ήταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες σε όλο τον κόσμο καθ’ όλη την διάρκειά του και ήταν το κύριο θέμα σε εκτενείς αναφορές και στο ραδιόφωνο. Ο αγώνας μεταδιδόταν σχεδόν λεβέ προς λεβέ. Οι διασημότητες της εποχής σχημάτιζαν ουρά μέσα και έξω από τον χώρο διεξαγωγής προσπαθώντας να δουν έστω στιγμιαία τα πρόσωπα των παικτών ή τουλάχιστον την εξέλιξη μιας λεβέ. Ο ίδιος ο Culbertson είχε αποκαλέσει τον αγώνα ως το μεγαλύτερο ηδονοβλεπτικό show όλων των εποχών. Μετά το τέλος του αγώνα δημοσιεύτηκαν βιβλία, αναλύσεις επί αναλύσεων και αρχεία για κάθε φάση του. Το πιο σημαντικό πάντως χαρακτηριστικό του και ο κύριος λόγος για τον οποίο έμεινε στην ιστορία ήταν η γιγαντιαία ώθηση που έδωσε στο παιχνίδι σε μία χρονική στιγμή μάλιστα κατά την οποία το μπριτζ ήδη βρισκόταν σε περίοδο άνθησης. Νικητές του ματς αναδείχτηκαν οι Culbertson με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν πλήρως στον χώρο, είτε ως συγγραφείς είτε ως δάσκαλοι μέχρι και την εμφάνιση του Goren, την δεκαετία του 1950. Η προσφορά τους τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο ήταν συνεχής και ουσιαστική. Ο Culbertson ήταν ο πρώτος που αξιολόγησε την κατανομή του χεριού ως ισάξια αν όχι ανώτερη των πόντων και διαμόρφωσε τις προαπαιτήσεις των ανοιγμάτων. Δικές του ιδέες ήταν και οι επιτακτικές αγορές, συμπεριλαμβανομένου και του one-over-one όπως και οι αγορές τετράφυλλων, οι οριοθετημένες αγορές ΧΑ, οι δυνατές αγορές στο 2ο επίπεδο και οι ερωτηματικές για άσους και για σλεμ όπως το 4ΧΑ ή το Grand Slam Force.

 

Harold Vanderbilt

Ο Harold Vanderbilt (1884-1970) θεωρείται ο πατέρας του μπριτζ, όσον αφορά στην μορφή με την οποία παίζεται σήμερα. Τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το παιχνίδι λεγόταν Auction Bridge (auction: πλειστηριασμός) σε αντιδιαστολή με το Bridge Whist που είχε επικρατήσει μέχρι τότε έναντι του Whist. Παρόλο που είχαν ήδη εισαχθεί οι συναγωνιστικές αγορές, σκοπός του άξονα που θα εκτελούσε ήταν να διατηρήσει την αγορά σε χαμηλά επίπεδα, αφού ο εκτελεστής ανταμειβόταν για το σύνολο των τελικών λεβέ, συμπεριλαμβανομένων και των bonus για τα σλεμ, ανεξαρτήτως αν είχε δηλώσει εξαρχής το ύψος του συμβολαίου. Η βαθμολογία ήταν επίσης πολύ διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε και τα ονέρ, των οποίων ο ρόλος σήμερα περιορίζεται μόνο στην ελεύθερη παρτίδα, ήταν δυσανάλογα σημαντικά σε σχέση με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του χεριού. Όλα αυτά όμως θα άλλαζαν το φθινόπωρο του 1925 κατά την διάρκεια μιας κρουαζιέρας στην Καραϊβική. Ο άνθρωπος πού επανεφηύρε (στην πραγματικότητα συγκέντρωσε ένα πλήθος νεωτερισμών πού ήδη παιζόταν στις διάφορες εκδοχές του παιχνιδιού και επιπλέον πρόσθεσε ή άλλαξε κάποιους ισχύοντες κανόνες) το μπριτζ ήταν ο Harold Vanderbilt.

Γόνος της πλουσιότερης τότε οικογένειας των Ηνωμένων Πολιτειών και κληρονόμος μιας περιουσίας που η αξία της ξεπερνούσε τα $50 δις, αφιέρωνε τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο του στο παιχνίδι και μαζί με τον παρτενέρ του Joseph Elwell κυριαρχούσαν στο χώρο του Auction Bridge. To 1925 έπαιζε μία φιλική παρτίδα στο κατάστρωμα του ατμόπλοιου Finland, ταξιδεύοντας από την Καλιφόρνια προς την Αβάνα. Σε εκείνο το ταξίδι διαμόρφωσε τους κανόνες του νέου παιχνιδιού, το οποίο ονόμασε Contract Bridge. Στην ουσία συγκέντρωσε τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά από διάφορες παραλλαγές του Auction Bridge και επιπλέον πρόσθεσε κάποια δικά του στοιχεία. Στοχεύοντας σε μια όσο το δυνατόν ακριβέστερη αγορά, δανείστηκε ένα στοιχείο του Plafond, ενός παιχνιδιού ιδιαίτερα δημοφιλούς εκείνη την εποχή, σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να βαθμολογούνται οι λεβέ αναλόγως όχι μόνο προς τον τελικό τους αριθμό, αλλά κυρίως με το πόσες είχαν δηλωθεί εξαρχής κατά το στάδιο της αγοράς.

Η ιδέα της Vulnerability (τρωτότητα) προτάθηκε από μία νεαρή κίμπιτζερ και υιοθετήθηκε αμέσως καθώς έδωσε αυτόματα νέα διάσταση στο παιχνίδι. Ο Vanderbilt αύξησε επιπλέον την αξία των λεβέ, τα bonus των σλεμ και τροποποίησε παράλληλα την βαθμολογία τόσο για την επίτευξη των συμβολαίων όσο και για τις ποινές.Η αλματώδης διάδοση του Contract Bridge οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην προσωπικότητα του εφευρέτη του, αφού λόγω της κοινωνικής του θέσης ο Vanderbilt επηρέαζε και διαμόρφωνε τις συνήθειες της εποχής του. Η συνεισφορά του στο τεχνικό τμήμα του παιχνιδιού ήταν εξίσου σημαντική: σχεδίασε το πρώτο ενοποιημένο αγοραστικό σύστημα και εισήγαγε πλήθος καινοτομιών, όπως το δυνατό σπαθί, την απάντηση αναμονής 1 καρό, το δυνατό 1ΧΑ για ομαλά χέρια και τα αδύνατα ανοίγματα στο επίπεδο δύο.

Στην συνέχεια έγραψε αρκετά βιβλία σχετικά με το άθλημα και διετέλεσε μέλος επιτροπών της Αμερικανικής Ομοσπονδίας. Το 1928 αθλοθέτησε το Κύπελλο Vanderbilt. Ως παίκτης διέπρεπε στους αγώνες στους οποίους λάμβανε μέρος και η συνεργασία του με τον Waldemar von Zedtwitz ήταν ανάμεσα στις πιο επιτυχημένες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1969 έγινε το πρώτο επίτιμο μέλος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ενώ πρωτύτερα, το 1964 είχε εκλεχθεί ως ένα από τα 3 πρώτα μέλη του Bridge Hall of Fame μαζί με τους Ely Culbertson και Charles Goren.

 

John Terence Reese

Ο John Terence Reese γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου του 1913 και πέθανε στις 28 Ιανουαρίου του 1996, σε ηλικία 82 ετών. Μια μεγάλη προσωπικότητα στο χώρο του μπριτζ, ο Terence Reese θεωρείτο όχι μόνο ένας από τους καλύτερους παίκτης στην ιστορία του παιχνιδιού, αλλά και ένας από τους καλύτερους συγγραφείς.

Κέρδισε τον πρώτο από τους πολλούς τίτλους, ως μέλος της νικηφόρας ομάδας της Βρετανίας το 1948 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, μία νίκη που επανέλαβε άλλες τρεις φορές. Κέρδισε επίσης το Bermuda Bowl το 1955, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ζευγών το 1962, το Gold Cup (το πρωτάθλημα seniors της Βρετανίας) οκτώ φορές, το Master Pairs επτά φορές και πολλά άλλα.

Το partnership με τον Boris Shapiro έγινε πραγματικά θρυλικό, κυρίως λόγω των συμβάντων το 1964 στο Buenos Aires. Το ζευγάρι κατηγορήθηκε για μετάδοση πληροφοριών σχετικά με τις κούπες μέσω σινιάλων με τα δάκτυλα. Καταδικάστηκαν από την WBF και αργότερα δικαιώθηκαν χάρη σε μία εκτεταμένη έρευνα από ειδική επιτροπή που συστάθηκε από την Ομοσπονδία Μπριτζ της Αγγλίας. Κανένας από τους δύο παίκτες δεν έλαβε ξανά μέρος σε διεθνές τουρνουά, προς μεγάλη απώλεια της Βρετανίας. Αρκετοί πρωταθλητές αγνόησαν τις κατηγορίες, με το σκεπτικό ότι ήταν παράλογες: ο Reese ήταν μακράν καλός παίκτης για να χρειάζεται να κλέψει για να κερδίσει. Όμως το συμβάν στη Βραζιλία είχε ήδη λάβει αρκετά μεγάλες διαστάσεις. Ο ίδιος ο Reese έχει καταθέσει τη δική του άποψη, μέσω του βιβλίου του Story of an Accusation.

Ο John Terence Reese έπαιξε το πρώτο του τουρνουά σε ηλικία 14 ετών. Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο και αργότερα στο πανεπιστήμιο. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, αποφάσισε να ξεκινήσει να γράφει και έτσι το 1938 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο. Αποδείχθηκε εξαιρετικός συγγραφέας και συνέχισε να γράφει καταπληκτικά βιβλία για περισσότερο από 50 χρόνια. Τουλάχιστον τρεις από τους τίτλους του, τα βιβλία The Expert Game, Reese on Play και Play Bridge with Reese θεωρούνται πλέον κλασικά, όπως επίσης και οι διάφοροι τίτλοι της σειράς Master Bridge Series, που έγραψε μαζί με τον Roger Trιzel τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

Σε προχωρημένη ηλικία, τα προβλήματα ακοής τον έκαναν να μη νιώθει άνετα στο τραπέζι του μπριτζ, αλλά παρέμεινε ένας εξαιρετικός παίκτης στο γκολφ και στο τάβλι (για το οποίο μάλιστα έγραψε και ένα βιβλίο αργότερα). Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με τη γυναίκα του Alwyn, την οποία παντρεύτηκε το 1970.

 

Michael Lawrence

Στον κόσμο του μπριτζ, δεν πλησιάζει κανείς τα επιτεύγματά του ως παίκτης, συγγραφέας και δάσκαλος ταυτόχρονα. Ο Mike Lawrence ξεκίνησε να παίζει μπριτζ ενώ φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Κατά τη διάρκεια ενός χημικού πειράματος προκάλεσε μία έκρηξη, εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσε να γράψει για τρεις εβδομάδες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν μπορούσε να λάβει μέρος στις τελικές εξετάσεις και έτσι αναγκάστηκε να κάνει μαθήματα το καλοκαίρι. Μη θέλοντας να χάσει το χρόνο του ο Mike ανακάλυψε το δωμάτιο αναψυχής, όπου διαπίστωσε ότι ήταν περισσότερο ικανός στο μπριτζ απ” ότι στη χημεία. Ετσι δεν άργησε το μπριτζ να γίνει το κύριο ενδιαφέρον του.

Ως παίκτης ο Lawrence έχει κερδίσει τρία παγκόσμια πρωταθλήματα και τρεις φορές έχει έρθει δεύτερος. Στη χώρα του, τις ΗΠΑ, έχει περισσότερα από 20.000 master points (σ.σ. ένα εξαιρετικό επίτευγμα για τις ΗΠΑ) και έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από είκοσι Εθνικά πρωταθλήματα, συμπεριλαμβανομένων και 10 νικών στα πρωταθλήματα Vanderbilt, Reisinger, και Spingold.

Ο Mike είχε την τύχη να είναι ένα από τα αρχικά μέλη των Dallas Aces, μία ομάδα που δημιουργήθηκε από τον Ira Corn. Ο Ira ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα όραμα και την απαραίτητη δυναμικότητα στο χαρακτήρα για να το πραγματοποιήσει. Ηθελε να δει τις ΗΠΑ να κερδίζουν και πάλι παγκόσμια πρωταθλήματα και με στόχο αυτό, φρόντισε ώστε ένα γκρουπ από εξπέρ στο μπριτζ να μετακινηθούν στο Ντάλας. Για να έχουν επιτυχία οι προσπάθειές του, ο Ira χρησιμοποίησε δύο ακόμη ισχυρές προσωπικότητες: την Dorothy Moore, που βοηθούσε την ομάδα όταν προέκυπταν διάφορα προβλήματα και τον Joe Musumeci, που ήταν ο προπονητής της ομάδας.

Ήταν κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στους Dallas Aces όταν ο Lawrence πρόσθεσε τη συγγραφή και τη διδασκαλία στις παικτικές του ικανότητες. Υπεύθυνος γι αυτό ήταν και πάλι ο Ira, ο οποίος μια μέρα είπε στο Mike να πάει στο γραφείο του. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης έδωσε εντολή στο Mike να γράψει ένα βιβλίο, κάτι με το οποίο ο Lawrence δεν είχε καμία σχέση εκείνο τον καιρό. Ο Mike αρνήθηκε, προφασιζόμενος ότι δεν διαθέτει τις ανάλογες ικανότητες, αλλά όταν ο Ira τόνισε ποιός ήταν αυτός που έκοβε τα τσεκ, ο Mike τελικά πείστηκε. Ένα μήνα αργότερα ο Ira κάλεσε και πάλι τον Mike στο γραφείο του. Αυτή τη φορά είπε στο Mike ότι θα ξεκινούσε να διδάσκει μπριτζ. “Ορίστε ο κατάλογος με τους μαθητές σου. Ξεκινάς σε τρεις εβδομάδες.” Για  ακόμη μία φορά ο Mike αρνήθηκε, αλλά υπό την υπενθύμιση του Ira ότι αυτός ήταν ο “συγγραφέας των επιταγών’, ο Mike έγινε τελικά και δάσκαλος.

Περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα, ο Lawrence είναι γνωστός για την ικανότητά του να μοιράζεται τις εμπειρίες του με τους αναγνώστες και τους μαθητές του. Ως συγγραφέας ο Mike έχει γράψει περισσότερα από είκοσι βιβλία, εκ των οποίων τα περισσότερα εξερευνούν περιοχές για τις οποίες κανείς άλλος είχε γράψει στο παρελθόν. Πολλά από τα βιβλία του έχουν κερδίσει το βραβείο του “Βιβλίου της Χρονιάς’, ξεκινώντας από το πρώτο βιβλίο του, “How to read your Opponent’s cards” και συνεχίζοντας μέχρι το “Opening Leads’, που δημοσιεύθηκε το 1996.

Ταυτόχρονα ο Mike εκδίδει ένα περιοδικό που ασχολείται με αγορές με κέντρο βάρους το Standard American (σ.σ. το αγοραστικό σύστημα της ACBL, κάτι αντίστοιχο με την κίτρινη κάρτα συμβάσεων της ΕΟΜ). Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται όλες οι συμβάσεις που εμφανίζονται στα πρωταθλήματα των ΗΠΑ καθώς επίσης και ασκήσεις κρίσης. Πρόσφατα ο Mike έγινε επίσης και ένας από τους συγγραφείς που λαμβάνουν μέρος στο περίφημο “Bridge Calendar” (σ.σ. πρόκειται για ένα επιτραπέζιο ημερολόγιο που έχει ένα μπριτζιστικό πρόβλημα για κάθε μέρα), μια έκδοση που ξεκίνησε το 1994. Τέλος ο Lawrence ένωσε τις δυνάμεις του με τον Fred Gitelman και έχει παράγει μία σειρά προγραμμάτων για υπολογιστές, που δίνουν τη δυνατότητα στο χρήστη να μάθει μπριτζ.

 

Sam Stayman

Ο Sam Stayman (1909 – 11 Δεκεμβρίου 1993) ήταν ένας Αμερικανός παίκτης του μπριτζ και πασίγνωστος σε όλους όσους ασχολούνται με το άθλημα, χάρη στην ομώνυμη σύμβαση. Εθεωρείτο ένας από τους κορυφαίους παίκτες παγκοσμίως, έχοντας στο ενεργητικό του (μεταξύ άλλων) τρία Bermuda Bowl και είκοσι πρωταθλήματα της ACBL, ενώ στους καταλόγους της WBF είναι καταγεγραμμένος ως «Grand Master».

Ο Sam γεννήθηκε στο Worcester το 1909. Αποφοίτησε από το Dartmouth College το 1930 και από το Tuck Business College το 1931. Έγινε πρόεδρος της εταιρίας Stayman & Stayman στη New York. Αργότερα, πούλησε την επιχείρησή του και έγινε διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας Strand & Company.

Χάρη στις δημοσιεύσεις του έκανε γνωστές στον κόσμο του μπριτζ δύο από τις διασημότερες συμβάσεις, τις «Stayman» και «Namyats» (το όνομα και των δύο προέρχεται από το επώνυμο του Sam), που ήταν όμως προϊόντα των συμπαικτών του George Rapee και Victor Mitchell αντίστοιχα. Παράλληλα, οSam έγραψεκαιτρίαβιβλία, το«Expert Bidding at Contract Bridge» (1951), το«The Complete Stayman System of Contract Bidding» (1956) καιτο«Do You Play Stayman?» (1965).

Web Site designed by Jenny Adamopoulou